Saturday, 13 April 2013

Και ποιά μαγεία μεγαλύτερη από την ζωή;


Σε μία συζήτηση πριν λίγο καιρό μία φίλη μου, μου είπε ότι τα ανθρώπινα όντα είναι δέσμες πιθανοτήτων που αλληλεπιδρούν στο διηνεκές. Δεν νομίζω ότι έχω ακούσει ποιητικότερη και ακριβέστερη έκφραση της ανθρώπινης κατάστασης. Η ανθρώπινη ατομική ζωή δεν είναι χαραγμένη στην πέτρα. Γεννιόμαστε μέσα στο πανηγυρικό κλάμα μίας ύπαρξης που αντιλαμβάνεται ότι ξεκινά μία μεγάλη περιπέτεια. Μία περιπέτεια καλύτερη κι από την πιο θεσπέσια ταινία, συγκινητικότερη κι από το πιο συγκινητικό ποίημα, της οποίας ακόμη και το όχημα, το σώμα, που περιφρονητικά χαρακτηρίζουμε ύλη – λες και δεν είμαστε οι μισοί μάνα ύλη - είναι φτιαγμένο από την σκόνη των αστεριών. Οι ίνες της ενέργειας, της μίας και μόνης ενέργειας που είναι τα πάντα και εμείς μαζί, αυτές που επέλεξε να κραδαίνει σε αυτή την ζωή μας το πνεύμα, πάλλονται οργασμικά στο χέρι μας με την βεβαιότητα του απείρου και την ανυπομονησία του τώρα, της αδάμαστης ζωής που ψάχνει πάντα να δημιουργήσει καινούριες μορφές, συνθετότερα αραβουργήματα απάνω στον κοσμικό καμβά. Κάθε μια τους, ένα λεπτοφυές νήμα, μα εν δυνάμει ο κεραυνός του Διός ή η σεισμική ραγάδα στο έδαφος που μας κατακρημνίζει στον Άδη. Το πνεύμα μας ένα κρυστάλλινο δαχτυλίδι. Να μη μαγαρίζεται, να μη σκοτεινιάζει, να μην ακινητοποιεί καμία αχτίδα φωτός της ύπαρξης μας, μα χαλαρά να τις κρατάει μαζί και να τις αφήνει να χορέψουν τον εκστατικό  χορό της ζωή μας. Να τις αφήνει να απλωθούν στα νέφη του Ποσειδώνα και πάλι να τις μαζεύει στοργικά, στην άκρη των χειλιών μας για το πρώτο ηλεκτρισμένο φιλί.

 Όταν αναλογίζομαι τα υλικά από τα οποία είμαι φτιαγμένη, σχεδόν δακρύζω με την συγκίνηση μίας άγριας χαράς που μου ψιθυρίζει ότι μέσα μου αναδεύεται σε ένα αιώνιο τσουκάλι το υλικό όλων των Θεών μου, ανάκατα με χώμα, αέρα, φωτιά, νερό, νεράιδες και μονόκερους. Και μετά κοιτάω την ζωή μου και δεν βλέπω παρά απέραντες διαδρομές με κατάφυτα και δροσερά περάσματα και μαγευτικά σεληνιακά τοπία με περίεργες μυρωδιές να αναδεύονται, και ολόγιομες Σελήνες να φωτίζουν διφορούμενες σιλουέτες, και άσπρο, ανελέητο Ελληνικό ηλιακό φως να ασελγεί στα όρια των δομών και όλα να τα ισοπεδώνει και ταυτόχρονα να αγιάζει το σώμα.

 Και εγώ, να κραδαίνω στο δεξί την ελευθερία να αγγίξω, να συρθώ, να κυλιστώ να διαβώ όλα τα περάσματα, και στ' αριστερό τα δεσμά μου. Που'ναι μονάχα η ιδέα ότι δεν μπορώ να είμαι ότι εγώ ποτέ θα θελήσω. Μα στ’αλήθεια, το μπορώ.