Sunday, 14 April 2013

And what magic greater than life?



In a conversation not long ago, a friend told me that human beings are beams of possibility interacting in perpetuity. I don’t think I’ve ever heard a more poetic or exact description of the human condition. Individual human life is not carved in stone. We are born amidst the cry of a being that realises it's setting off on a great adventure; an adventure better than the most exquisite movie, more moving that the most moving poem, whose vehicle even, the body, which we condescendingly characterise matter – as if we are not half mother matter - is made of stardust. The fibres of the energy – of the one and only energy that is all and us together – that our spirit chose to wield in this life pulsate orgasmically in our palm with the certainty of eternity and the impatience of the now, the untamed life that forever seeks to create new forms, more elaborate arabesques on the cosmic canvas; each of them, a fine thread, but potentially Zeus’ thunder or a seismic crack on the ground throwing us into Hades. Our spirit, a crystal ring. Not to defile, not to obfuscate, not to still any of our being’s rays of light, but to casually hold them together and let them dance life’s ecstatic ballet; to let them spread to Poseidon’s nebulae and again, tenderly gather them together,on the precipice of our lips for a first electrified kiss. 

Whenever I consider the stuff I’m made of, I almost tear up with a wild joy whispering that within me churns, inside an eternal crock, the matter of all my Gods, mixed with dirt, air, fire, water, fairies and unicorns. And then, I look upon my life and all I can see is endless ways complete with leafy and cool passages, and enchanting lunar sceneries with strange odours stirring, and white, merciless Greek solar light violating the boundaries of structures and flattening everything and sanctifying the body. And I, wielding in my right hand the freedom to touch, crawl, roll, walk all the passages, and in my left hand, my bonds. That are just the notion I cannot be whatever I may ever want. But really, I can.       

Saturday, 13 April 2013

Και ποιά μαγεία μεγαλύτερη από την ζωή;


Σε μία συζήτηση πριν λίγο καιρό μία φίλη μου, μου είπε ότι τα ανθρώπινα όντα είναι δέσμες πιθανοτήτων που αλληλεπιδρούν στο διηνεκές. Δεν νομίζω ότι έχω ακούσει ποιητικότερη και ακριβέστερη έκφραση της ανθρώπινης κατάστασης. Η ανθρώπινη ατομική ζωή δεν είναι χαραγμένη στην πέτρα. Γεννιόμαστε μέσα στο πανηγυρικό κλάμα μίας ύπαρξης που αντιλαμβάνεται ότι ξεκινά μία μεγάλη περιπέτεια. Μία περιπέτεια καλύτερη κι από την πιο θεσπέσια ταινία, συγκινητικότερη κι από το πιο συγκινητικό ποίημα, της οποίας ακόμη και το όχημα, το σώμα, που περιφρονητικά χαρακτηρίζουμε ύλη – λες και δεν είμαστε οι μισοί μάνα ύλη - είναι φτιαγμένο από την σκόνη των αστεριών. Οι ίνες της ενέργειας, της μίας και μόνης ενέργειας που είναι τα πάντα και εμείς μαζί, αυτές που επέλεξε να κραδαίνει σε αυτή την ζωή μας το πνεύμα, πάλλονται οργασμικά στο χέρι μας με την βεβαιότητα του απείρου και την ανυπομονησία του τώρα, της αδάμαστης ζωής που ψάχνει πάντα να δημιουργήσει καινούριες μορφές, συνθετότερα αραβουργήματα απάνω στον κοσμικό καμβά. Κάθε μια τους, ένα λεπτοφυές νήμα, μα εν δυνάμει ο κεραυνός του Διός ή η σεισμική ραγάδα στο έδαφος που μας κατακρημνίζει στον Άδη. Το πνεύμα μας ένα κρυστάλλινο δαχτυλίδι. Να μη μαγαρίζεται, να μη σκοτεινιάζει, να μην ακινητοποιεί καμία αχτίδα φωτός της ύπαρξης μας, μα χαλαρά να τις κρατάει μαζί και να τις αφήνει να χορέψουν τον εκστατικό  χορό της ζωή μας. Να τις αφήνει να απλωθούν στα νέφη του Ποσειδώνα και πάλι να τις μαζεύει στοργικά, στην άκρη των χειλιών μας για το πρώτο ηλεκτρισμένο φιλί.

 Όταν αναλογίζομαι τα υλικά από τα οποία είμαι φτιαγμένη, σχεδόν δακρύζω με την συγκίνηση μίας άγριας χαράς που μου ψιθυρίζει ότι μέσα μου αναδεύεται σε ένα αιώνιο τσουκάλι το υλικό όλων των Θεών μου, ανάκατα με χώμα, αέρα, φωτιά, νερό, νεράιδες και μονόκερους. Και μετά κοιτάω την ζωή μου και δεν βλέπω παρά απέραντες διαδρομές με κατάφυτα και δροσερά περάσματα και μαγευτικά σεληνιακά τοπία με περίεργες μυρωδιές να αναδεύονται, και ολόγιομες Σελήνες να φωτίζουν διφορούμενες σιλουέτες, και άσπρο, ανελέητο Ελληνικό ηλιακό φως να ασελγεί στα όρια των δομών και όλα να τα ισοπεδώνει και ταυτόχρονα να αγιάζει το σώμα.

 Και εγώ, να κραδαίνω στο δεξί την ελευθερία να αγγίξω, να συρθώ, να κυλιστώ να διαβώ όλα τα περάσματα, και στ' αριστερό τα δεσμά μου. Που'ναι μονάχα η ιδέα ότι δεν μπορώ να είμαι ότι εγώ ποτέ θα θελήσω. Μα στ’αλήθεια, το μπορώ.