Friday, 25 March 2011

Το μικρό μπαλκόνι μου



Είναι να απορεί κανείς πως τα καταφέραμε με αυτόν τον ήλιο να μας σφυρηλατεί ανελέητα, τα βουνά μας να αντικατοπτρίζουνε το μεγαλείο και την θάλασσά μας, μία ωδή στην απεραντοσύνη, να αφήσουμε το πνεύμα μας να ζαρώσει και να γίνει τόσο, μα τόσο μικρό. Σκέφτομαι τα βήματα που χρειάστηκαν για να μας κάνουν να νιώθουμε αποτυχημένοι, απόκληροι, κακόμοιροι και ανήμποροι. Ένας λαός να γινόμαστε θυσία οικειοθελώς για να αναπαράγουμε ένα πρότυπο βέβηλο χωρίς φωνή, αλλά με ωραίο κώλο.

Όταν λιαζόμαστε στις πανέμορφες αμμουδιές μας και βλέπουμε μπροστά μας ένα ορίζοντα οριζόμενο από δύο αποχρώσεις απέραντου γαλάζιου, πως φτάσαμε να μεμψιμοιρούμε για την έλλειψη μίας ξαπλώστρας και γιατί το μπαρ δεν φτιάχνει νόστιμα κοκτέιλ; Κι όταν, τις σπάνιες στιγμές που σταματούμε για λίγο, σαστισμένοι από το σκηνικό που ανοίγεται γύρω μας, και δεν σκεφτόμαστε τα "ντόπια κρέατα" της εξοχής προς τα οποία οδηγούμε τα σαββατοκύριακά μας, πως φτάσαμε να νιώθουμε κάτι λιγότερο από σταυραετοί;

Με έναν Θεό ακρίτα, διγενή, πολεμιστή στα ακρότατα σύνορα, πλασμένο καθ’εικόνα και ομοίωση πως ζούμε μια ζωή κοτόπουλου που γεννά αυγά αενάως προς κατανάλωση αυτού που το ταΐζει; Βλέπω την κορυφή του Υμηττού απ'το μικρό μπαλκόνι μου, μερικές φορές. Τις περισσότερες φορές, βλέπω μόνο το μικρό μπαλκόνι μου.

Αλλά θα τα ανοίξω τα μάτια μου
και θα κοιτάζω μόνο επάνω
κι ας σκοντάφτω όταν περπατώ.
Ντρέπομαι πια και δεν ξέρω τι να πω
όταν ο Ουρανός με ρωτά
και το μόνο που βρίσκω καλό,
είναι ότι ακόμη έχω μία δουλειά,
που μου επιτρέπει κάπως
να φυτοζωώ.